Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αναθεματισμένος , η, ο [ἀναθεματισμένος] α-να-θε-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (προφ.-υβριστ.): καταραμένος: Κοίτα τι μου έκανε ο ~!|| (για δήλωση εκνευρισμού) ~ος: καιρός. Κόλλησε πάλι, το ~ο (μηχάνημα)! Κόψ’ το το ~ο το τσιγάρο! Πβ. άτιμος, κερατένιος.