Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανακαλύπτω [ἀνακαλύπτω] α-να-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {ανακάλυ-ψα, ανακαλύπτ-εται, -φθηκε (κ. -φτηκε) (λόγ. ανεκαλύφθη, μτχ. ανακαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν)} 1. βρίσκω πρώτος κάτι του οποίου την ύπαρξη ή τη θέση ο κόσμος αγνοούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή: Οι αστρονόμοι ~ψαν νέο πλανήτη. ~φθηκαν αρχαία/(άγνωστα/νέα) είδη φυτών/κοιτάσματα πετρελαίου. Πρόσφατα ~φθέν γονίδιο/~φθέντα χειρόγραφα.|| ~ει ταλέντα και τα προωθεί. 2. εντοπίζω συνήθ. μετά από αναζήτηση κάποιον, κάτι που παρέμενε σκόπιμα κρυφό(ς) ή που δεν γνώριζα και το(ν) γνωστοποιώ, το(ν) φανερώνω: Θα ~ψω (= θα μάθω) ποιος κρύβεται πίσω από την υπόθεση! ~φθηκαν ναρκωτικά σε πλοίο. Έχουν ~φθεί λάθη και παραλείψεις. ~φθέντα κενά στο σύστημα. Σύμφωνα με τα ~φθέντα στοιχεία ... Πβ. αποκαλύπτω, βρίσκω, φέρνω στο φως. 3. συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν ήξερα: ~ψα τυχαία ότι/πως μου έλειπαν χρήματα. ~ψαμε ότι έχουμε κοινούς γνωστούς/τα ίδια γούστα. Βοηθήστε τα παιδιά να ~ψουν τις ικανότητές/τα ταλέντα τους. Πβ. διαπιστώνω, καταλαβαίνω. || ~ει ξανά τον εαυτό της. Πβ. επανευρίσκω. 4. αποκτώ ενδιαφέρον και γνώσεις για κάτι μέσω της παρατήρησης και της έρευνας: ~ τη Γη/τον κόσμο/τη φύση (μέσα από τα βιβλία/τα ταξίδια). Το παιδί αρχίζει να ~ει το σώμα του. 5. (καταχρ.) εφευρίσκω: Ο επιστήμονας που ~ψε την πενικιλίνη. ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι έχει κάνει κάποια σπουδαία ανακάλυψη: Κάνει λες και ανακάλυψε ~. [< αρχ. ἀνακαλύπτω, γαλλ. découvrir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.