Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανακηρύσσω [ἀνακηρύσσω] α-να-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανακήρυ-ξε, -χθηκε (κ. -χτηκε), -γμένος, ανακηρύσσ-οντας} (επίσ.) 1. απονέμω σε κάποιον τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~χθηκε αυτοκράτορας (= στέφθηκε)/ο καλύτερος παίκτης της χρονιάς. Θα ~χθεί επίτιμος διδάκτορας. Η Εκκλησία τον ~ξε Άγιο. Το μνημείο ~χθηκε διατηρητέο. ~γμένος παραδοσιακός οικισμός. Πβ. αναγορεύω. 2. γνωστοποιώ επίσημα, δημοσιοποιώ κάποια απόφαση: ~ξαν την ανεξαρτησία της χώρας/τον νικητή του αγώνα/τα τακτικά μέλη της επιτροπής. Πβ. ανακοινώνω, (δια)κηρύσσω. [< αρχ. ἀνακηρύσσω, γαλλ. proclamer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.