Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αναπλαισιώνω [ἀναπλαισιώνω] α-να-πλαι-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπλαισίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αναπλαισιών-οντας} (επίσ.): εντάσσω κάτι μέσα σε νέο πλαίσιο, το θέτω σε καινούργιες βάσεις: ~ουν το πρόβλημα/τον τρόπο σκέψης τους. ~εται η έννοια και ο ρόλος του ... Οι στόχοι ~ονται σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις. Πβ. επαναπροσδιορίζω. [< αγγλ. reframe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.