ανασταίνω [ἀνασταίνω] α-να-σταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάστ-ησε (λόγ.) ανέστ-ησε, αναστ-ήσει, -ήθηκε (λόγ.) ανέστη, αναστ-ηθεί, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. επαναφέρω κάποιον (ή μεσοπαθ.) επανέρχομαι στη ζωή: Ο Χριστός ανέστησε νεκρούς/σταυρώθηκε και ~ήθηκε. Ο αναστάς Κύριος. Πβ. νεκρ~. 2. (μτφ.) αναγεννώ, αναζωογονώ, τονώνω: ~ησαν ”νεκρές” γειτονιές. Πβ. αναβιώνω, ξαναζωντανεύω.|| Η αγάπη (μάς) ~ει (= ανανεώνει).3. (σπάν.-επιτατ.) μεγαλώνω, ανατρέφω παιδιά αντιμέτωπος με μεγάλες αντιξοότητες. ● ΦΡ.: αληθώς ανέστη & αληθώς ο Κύριος: (ως απάντηση στο "Χριστός ανέστη") πράγματι αναστήθηκε (ο Χριστός)., και νεκρούς ανασταίνει & ανασταίνει και νεκρούς/πεθαμένους (μτφ.-εμφατ.): για κάτι αναζωογονητικό, εξαιρετικά ευχάριστο, τονωτικό., Χριστός ανέστη1. χαιρετισμός μεταξύ ορθοδόξων αμέσως μετά την Ανάσταση και (κανονικά) επί σαράντα μέρες μέχρι την Ανάληψη. Βλ. αληθώς ανέστη.2. ΕΚΚΛΗΣ. το τροπάριο της Ανάστασης και ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία ακούγεται. [< μεσν. ανασταίνω]