Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανατολίζων , ουσα, ον [ἀνατολίζων] α-να-το-λί-ζων επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την ανατολίζουσα περίοδο: ~ων: ρυθμός. ~ουσα: κεραμική. ~οντα: θέματα. 2. (λόγ.) που έχει επηρεαστεί από τον πολιτισμό της (Εγγύς ή/και Μέσης) Ανατολής, που μιμείται κάτι ανατολικό: ~ουσα: μελωδία. ~οντα: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος: ΑΡΧΑΙΟΛ. το χρονικό διάστημα (730/720 - 630 π.Χ.) κατά το οποίο παρατηρείται επίδραση της ανατολικής και αιγυπτιακής τέχνης στην αντίστοιχη αρχαία ελληνική, μέσα από τον δανεισμό ζωικών και φυτικών μορφών: γεωμετρική και ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.