Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανδρεία [ἀνδρεία] αν-δρεί-α ουσ. (θηλ.) & αντρεία: η ιδιότητα του ανδρείου: απαράμιλλη ~. Αριστείο/μετάλλιο/παράδειγμα/σύμβολο ~ας. Επέδειξαν εξαιρετική/μεγάλη ~. Διακρίθηκαν για την ~ τους. Υπέστη όλα του τα βάσανα με ~, θάρρος και υπομονή. Πβ. αντρειοσύνη, γενναιότητα, γενναιο-, ευ-ψυχία, ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία, λιποψυχία [< αρχ. ἀνδρεία]