Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανδρικός , ή, ό [ἀνδρικός] αν-δρι-κός επίθ. & (προφ.) αντρικός: που αναφέρεται ή ταιριάζει σε άνδρα: ~ός: πληθυσμός/ρόλος. ~ή: ανικανότητα/κολόνια/μορφή. ~ό: όνομα. ~ές: δουλειές (: που αρμόζουν, με κοινωνικά κριτήρια, σε άνδρα)/ορμόνες/τουαλέτες/φυλακές. ~ά: χαρακτηριστικά. Βιοτεχνία ~ών ενδυμάτων. Πβ. αρσενικός. Βλ. γυναικείος, παιδικός. ● επίρρ.: ανδρικά [< αρχ. ἀνδρικός]

γυναικείος

γυναικείος, α, ο [γυναικεῖος] γυ-ναι-κεί-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τη γυναίκα ή προορίζεται για αυτή: ~ο: άρωμα/ντύσιμο/όνομα/περιοδικό/στήθος/σώμα/φύλο. ~ες: ορμόνες (: οιστρογόνα, προγεστερόνη). ~α: αξεσουάρ/επαγγέλματα/επιτεύγματα (βλ. ισότητα)/ρούχα/παπούτσια. Όσκαρ α'/β' ~ου ρόλου. Ανάπτυξη της ~ας απασχόλησης και επιχειρηματικότητας.|| ~α: συντροφιά. ΑΝΤ. ανδρικός 2. που χαρακτηρίζει τη γυναίκα: ~ος: τρόπος σκέψης. ~α: ευαισθησία/κομψότητα/ματαιοδοξία/ομορφιά/συμπεριφορά/φύση/χάρη. Πβ. θηλυκός.|| Να σου δώσω μια ~α συμβουλή; (: ως γυναίκα)|| (που γίνεται μεταξύ γυναικών:) ~ος: ανταγωνισμός. ~ες: κουβέντες/συζητήσεις. ~α: μυστικά. Είναι ~α υπόθεση!|| (για άνδρα) Έχει ~α φωνή (: ψιλή)/~ο περπάτημα. Πβ. θηλυπρεπής. 3. που αποτελείται ή γίνεται από γυναίκες: ~ος: σύλλογος/συνεταιρισμός. ~ο: κοινό/μοναστήρι. ~ες: οργανώσεις (πβ. φεμινιστικός)/φυλακές. Ο ~ πληθυσμός.|| (ΑΘΛ.) ~α: ομάδα. ~ο: βόλεϊ/ποδόσφαιρο. ~οι: (αθλητικοί) αγώνες. ● επίρρ.: γυναικεία ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/θηλυκό μυαλό βλ. μυαλό, γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα βλ. κίνημα, σπουδές (του) φύλου βλ. σπουδή [< αρχ. γυναικεῖος]