Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανδρογόνος , ος, ο [ἀνδρογόνος] αν-δρο-γό-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ανδρογόνα: ~ος: δράση/ορμόνη (πβ. τεστοστερόνη). ~α: αναβολικά/φάρμακα. Βλ. -γόνος. [< πβ. αρχ. ἀνδρογόνος 'που είναι κατάλληλος για γέννηση αγοριού', γαλλ. androgène, 1945, αγγλ. androgenic, 1939]

-γονος

-γονος: λεξικό επίθημα ουσιαστικών που αναφέρονται σε συγκεκριμένη σχέση καταγωγής: αρχέ~/επί~/πρό~. Οι από-γονοι (= οι επιγενόμενοι).|| Πρωτό~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.