Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανδροπρεπής , ής, ές [ἀνδροπρεπής] αν-δρο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που ταιριάζει σε ή μοιάζει με άντρα, συνήθ. στην εμφάνιση, το ήθος ή και τη συμπεριφορά: ~ής: στάση. ~είς: γυναίκες (= αντρογυναίκες). ~ή: χαρακτηριστικά. Πβ. ανδρικός, αντρίκειος, αρρενωπός. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. θηλυπρεπής ● επίρρ.: ανδροπρεπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνδροπρεπής]

-πρεπής

-πρεπής, ής, ές {-πρεπούς | -πρεπείς (ουδ. -πρεπή)} (λόγ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει το θέμα: ανδρο~/ευ~.|| Δουλο~ (βλ. -ικός, -φρων)/μικρο~. || εθνο~/ελληνο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.