Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανειρήνευτος , η, ο [ἀνειρήνευτος] α-νει-ρή-νευ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν τελειώνει (ειρηνικά) ή δεν ειρηνεύει, δεν ηρεμεί: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: διαμάχη/πάλη/σύγκρουση. ~ες: αντιθέσεις. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος.|| (για πρόσ.) ~οι: εχθροί. ● επίρρ.: ανειρήνευτα [< μεσν. ανειρήνευτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.