Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανελίσσομαι [ἀνελίσσομαι] α-νε-λίσ-σο-μαι ρ. {ανελί-χθηκε, ανελισσ-όμενος} (λόγ.) 1. αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι βαθμιαία και διαρκώς: Η κοινωνία/η τεχνολογία ~εται. Οι πιο γρήγορα ~όμενες εταιρείες. (ΛΟΓΟΤ.) Ιστορίες που ~ονται γραμμικά/παράλληλα.|| ~ επαγγελματικά/ιεραρχικά/κοινωνικά/μισθολογικά/οικονομικά. Κατάφερε να ~χθεί στα αξιώματα/στην εξουσία/στη θέση του διευθυντή. Πβ. αναρριχώμαι, ανεβαίνω, προάγομαι. 2. (σπάν.) κινούμαι ελικοειδώς: Η σπείρα ~εται. [< αρχ. ἀνελίσσομαι ‘ξετυλίγομαι, διευκρινίζομαι, αντιπαραβάλλομαι’, γαλλ. évoluer]