Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ανεμοσκόρπισμα [ἀνεμοσκόρπισμα] α-νε-μο-σκόρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα βλ. ανεμομάζωμα

ανεμομάζωμα

ανεμομάζωμα[ἀνεμομάζωμα] α-νε-μο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) & ανεμομάζεμα: κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα αγαθά που αποκτήθηκαν χωρίς κόπο ή παράνομα, μπορούν εξίσου εύκολα να χαθούν ή να σπαταληθούν.