Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ανεμόμυλος [ἀνεμόμυλος] α-νε-μό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μύλος που κινείται με αιολική ενέργεια: αλεστικός/γραφικός/ερειπωμένος/νησιώτικος ~. Πέτρινοι ~οι. ~ με κατακόρυφη/οριζόντια κίνηση. Τα περιστρεφόμενα πτερύγια ενός ~ου. Βλ. νερόμυλος. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) άστατος, ασυνεπής: πολιτική ~ου. Πβ. ανεμοδείκτης, ανεμοδούρα. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους & (σπάν.) παλεύει/πολεμά/μάχεται με ανεμόμυλους (μτφ.): αγωνίζεται εναντίον ανύπαρκτων, φανταστικών αντιπάλων ή κινδύνων. Πβ. σκιαμαχώ. Βλ. δονκιχοτισμός. [< μεσν. ανεμόμυλος]

δονκιχοτισμός

δονκιχοτισμόςδον-κι-χο-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & δονκιχωτισμός (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συμπεριφορά που ταιριάζει στον δον Κιχότη, ιδεαλισμός: Δεν είναι ~ να ζητάμε ένα βιώσιμο αστικό περιβάλλον. Πβ. ουτοπ-, ρομαντ-ισμός, φαντασιοπληξία. [< γαλλ. donquichottisme]

νερόμυλος

νερόμυλοςνε-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): μύλος που λειτουργεί με υδροηλεκτρική ενέργεια. Βλ. νεροτριβή, υδροκίνηση. ΣΥΝ. υδρόμυλος [< μεσν. νερόμυλος]