Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανεπαρκής , ής, ές [ἀνεπαρκής] α-νε-παρ-κής επίθ. {ανεπαρκ-ούς | -είς (ουδ.-ή)· ανεπαρκέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που δεν επαρκεί ποσοτικά ή ποιοτικά: ~ής: μισθός/χώρος (= μικρός). ~ής: διατροφή (ΑΝΤ. ισορροπημένη). ~είς: πληροφορίες. ~ή: αποθέματα/στοιχεία. || ~ής: μόρφωση/προσπάθεια (πβ. αναποτελεσματική)/προστασία. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέτρα/προσόντα. Πβ. ελλιπής.|| (για πρόσ.) ~ής: γονιός/εκπαιδευτικός (πβ. ανάξιος, ανίκανος). ΑΝΤ. επαρκής ● επίρρ.: ανεπαρκώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. insuffisant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.