Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανθοστεφανωμένος , η, ο [ἀνθοστεφανωμένος] αν-θο-στε-φα-νω-μέ-νος επίθ. (λογοτ.): που φέρει στεφάνι με λουλούδια. Βλ. δαφνοστεφανωμένος.

δαφνοστεφανωμένος

δαφνοστεφανωμένος, η, ο δαφ-νο-στε-φα-νω-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) δαφνοστεφής, ής, ές: που φορά δάφνινο στεφάνι ως σύμβολο νίκης και δόξας· κατ' επέκτ. ένδοξος: ~ος: ολυμπιονίκης. ~η: κεφαλή (: σε απεικονίσεις, γλυπτά, νομίσματα)/προτομή. ~στεφής: ποιητής. [< μεσν. δαφνοστεφής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.