Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ανθρακένιο [ἀνθρακένιο] αν-θρα-κέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας (C14H10) που χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωστικών και την ανίχνευση ακτινοβολίας. [< γαλλ. anthracène, αγγλ. anthracene]