Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ανθρωπομορφικός , ή, ό [ἀνθρωπομορφικός] αν-θρω-πο-μορ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ανθρωπομορφισμό: ~ή: αντίληψη. Βλ. ανιμιστ-, ζωομορφ-, φετιχιστ-ικός. ● επίρρ.: ανθρωπομορφικά [< γαλλ. anthropomorphique, αγγλ. anthropomorphic]