Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανθρωπόπαυση [ἀνθρωπόπαυση] αν-θρω-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): περίοδος παύσεως μεγάλου μέρους των ανθρώπινων δραστηριοτήτων κατά την εφαρμογή των μέτρων λόγω πανδημίας κατά την οποία επήλθε μείωση της ατμοσφαιρικής και θαλάσσιας ρύπανσης. [< αγγλ. anthro(po)pause, διαδόθηκε από τους C. Zerefos και συνεργάτες το 2020]