Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανοικοδομώ [ἀνοικοδομῶ] α-νοι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {ανοικοδομ-εί... | ανοικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): ανακατασκευάζω ή επισκευάζω κτίσμα· γενικότ. οικοδομώ: Η πόλη ~είται τα τελευταία χρόνια με εντατικούς ρυθμούς. Η εκκλησία ~ήθηκε εκ βάθρων. Πβ. αναστηλώνω, ανεγείρω, ξαναχτίζω.|| (μτφ.) ~ήθηκε γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των .../η οικονομία. Πβ. ανασυγκροτώ, ανορθώνω, αποκαθιστώ. ΑΝΤ. γκρεμίζω, κατεδαφίζω. [< αρχ. ἀνοικοδομῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.