Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανοσοχημεία [ἀνοσοχημεία] α-νο-σο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος που μελετά τις χημικές διαδικασίες των ανοσολογικών φαινομένων: κλινική βιοχημεία και ~. Πβ. ανοσοϊστοχημεία. Βλ. ανοσοβιολογία. [< αγγλ. immunochemistry, 1907, γαλλ. immunochimie, 1959]

ανοσοβιολογία

ανοσοβιολογία[ἀνοσοβιολογία] α-νο-σο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της βιολογίας που μελετά το σύνολο των μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος· ειδικότ. ανοσολογικές επιδράσεις παθήσεων ή άλλων οργανικών καταστάσεων: κλινική/μοριακή ~.|| Η ~ του καρκίνου/της κύησης/της μεταμόσχευσης. Βλ. ανοσολογία. [< αγγλ. immunobiology, 1957]