Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντάμωμα [ἀντάμωση] α-ντά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συνάντηση. Πβ. αντάμωμα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: καλή αντάμωση!: (ευχή σε αποχαιρετισμό) να ξαναϊδωθούμε με το καλό: Καλό σας ταξίδι και ~ ~! Πβ. εις το επανιδείν. [< μεσν. αντάμωσις]