Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντήχηση [ἀντήχηση] α-ντή-χη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: ΦΥΣ. αύξηση της διάρκειας ή της έντασης ήχου λόγω ανάκλασης των ηχητικών κυμάτων: στερεοφωνική/τεχνητή/φυσική ~. Πβ. αντίλαλος, ηχώ. [< μτγν. ἀντήχησις, γαλλ. résonance]