Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αντίθετος , η, ο [ἀντίθετος] α-ντί-θε-τος επίθ. 1. που διαφέρει εντελώς ως προς τη φύση του από κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: συμπεριφορά. ~ο: πρόσημο/φύλο. ~οι: όροι. ~ες: έννοιες/λέξεις (= αντώνυμα, ΑΝΤ. συνώνυμα)/τάσεις. ~α: συμπεράσματα/συμφέροντα (= αντιτιθέμενα)/συναισθήματα/χρώματα. Πράξεις ~ες στις αρχές του (βλ. ανακόλουθος). Αποτελέσματα ~α από τα αναμενόμενα. Πβ. αντιθετ-, διαφορετ-ικός. ΑΝΤ. ίδιος. 2. που βρίσκεται σε διαφωνία, διάσταση με κάποια θέση: ~ος: ισχυρισμός. ~η: γνώμη/παράταξη. (ΦΙΛΟΣ.) ~ες: προτάσεις (: που δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθείς). Απόψεις εκ διαμέτρου ~ες.|| (για πρόσ.) Είμαι κάθετα/κατηγορηματικά/ριζικά ~ με την/προς την απόφαση. Πβ. ενάντιος. ΑΝΤ. σύμφωνος.|| (κατ' επέκτ.) Η ~η πλευρά (= αντίπαλη). 3. ανάποδος, αντίρροπος, αντίστροφος: ~ος: άνεμος. ~η: κατεύθυνση/κίνηση/πορεία. (για οδηγό:) Πέρασε στο ~ο ρεύμα κυκλοφορίας.|| (μτφ.) Στο ~ο άκρο/στον ~ο πόλο (πβ. στον αντίποδα). ● ΣΥΜΠΛ.: αντίθετοι αριθμοί βλ. αριθμός, το άλλο/αντίθετο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος βλ. διάμετρος, σε/στην αντίθετη περίπτωση βλ. περίπτωση ● βλ. αντίθετα [< μτγν. ἀντίθετος]

αντίθετα

αντίθετα[ἀντίθετα] α-ντί-θε-τα επίρρ. {κ. ως αντιθ. σύνδ.} & (λόγ.) αντιθέτως 1. (συνήθ. ύστερα από τελεία ή άνω τελεία) για να δηλωθεί το αντίθετο από αυτό που προηγήθηκε: Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση. ~, μάλιστα, επιδεινώθηκε. Οι διαφορές τους δεν επιλύθηκαν· ~, οξύνθηκαν. ΣΥΝ. απεναντίας, ίσα ίσα (2), κάθε άλλο, τουναντίον 2. από την άλλη πλευρά: Οι περισσότερες ρυθμίσεις στρέφονται κατά των μισθωτών, ενώ ~ ευνοούν τα μεγάλα εισοδήματα. 3. με διαφορετικό τρόπο· ειδικότ. σε διαφορετική κατεύθυνση: ~ από/προς το συνηθισμένο.|| ~ στο ρεύμα (πβ. κόντρα). ~ ερχόμενο αυτοκίνητο. ● βλ. αντίθετος

αριθμός

αριθμός[ἀριθμός] α-ριθ-μός ουσ. (αρσ.) (συντομ. αρ. & αριθμ.) 1. βασική έννοια των μαθηματικών και κατ' επέκτ. ψηφίο, γράμμα ή διάταξη ψηφίων ή/και γραμμάτων που δηλώνει πλήθος, ποσότητα ή θέση σε μια σειρά ομοειδών πραγμάτων και συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε δηλώνεται με αυτό: (ΜΑΘ.) ακέραιος/αλγεβρικός/απόλυτος/άρρητος/αρνητικός/διψήφιος/ζυγός/θετικός/καθαρός/κλασματικός/μιγαδικός/μονός/πρώτος/σύνθετος/τακτικός ~. Αραβικοί (1, 2, 3 ...)/ελληνικοί (α', β', γ'...)/λατινικοί (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ ...) ~οί. Δύναμη/τετραγωνική ρίζα ~ού. Οι ιδιότητες των ~ών. Η μελέτη των ~ών (βλ. αριθμητική). Σύστημα ~ών (βλ. αρίθμηση). Ο ~ ένα/επτά/πενήντα. Βλ. λογάριθμος.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικοί ~οί.|| Οδός ..., ~ 40. ~ κινητού. Απόκρυψη τηλεφωνικού ~ού. ~ κλήσης έκτακτης ανάγκης. Διεθνής ~ τυποποίησης βιβλίου (ISBN). ~ αίτησης/δημοσίευσης/δημοτολογίου/διαβατηρίου/δωματίου/καταλόγου/καταχώρισης/λογαριασμού (βλ. IBAN)/μητρώου/πιστωτικής κάρτας/ταυτότητας/τεύχους/ΦΕΚ/φύλλου. Τυχερός ~. Του έπεσε ο πρώτος ~ του λαχείου (= λαχνός).|| Κερδίζει ο ~ ... Ποιος ~ σε κάλεσε; ΣΥΝ. νούμερο (1) 2. (+ γεν.) πλήθος, σύνολο, ποσότητα (προσώπων ή πραγμάτων): εντυπωσιακός/επαρκής/ικανοποιητικός/κλειστός (= numerus clausus)/περιορισμένος/σημαντικός ~ εργαζομένων/θέσεων εργασίας. ~ εισακτέων/θυμάτων/μελών/σελίδων/τουριστών/ψήφων. Μικρός ~ ατόμων (βλ. μειοψηφία). Ο μεγάλος ~ των συμμετεχόντων ... (βλ. πλειοψηφία). Ο ακριβής/κατά προσέγγιση ~ των νεκρών και των αγνοουμένων. Ο μέσος ~ των συναλλαγών (βλ. μέσος όρος). Ο ~ των κρουσμάτων ανεβαίνει/αυξάνεται συνεχώς. Ο συνολικός ~ των εταιρειών του κλάδου ανέρχεται/φτάνει στις εκατό. Ο ~ των κατοίκων μιας χώρας (= ο πληθυσμός). Ο ~ των υπαλλήλων μιας επιχείρησης (= το δυναμικό). Ποιος ~ γευμάτων θεωρείται ιδανικός (= πόσα γεύματα); Κάποιος ~ κρατών/προσφύγων (= αρκετοί, μερικοί). Αυξάνω/μειώνω τον ~ό των δυνάμεων. Μετρώ/υπολογίζω τον ~ό των ... (= απαριθμώ). Καθορίζω τον μέγιστο ~ό των δεδομένων. 3. {συνήθ. στον πληθ.} τα χρηματικοοικονομικά ή στατιστικά στοιχεία, οι δείκτες, τα νούμερα: οι ~οί των δημοσκοπήσεων/εκλογών. Άνθρωποι και ~οί. Οι ~οί λένε ότι ... Οι ~οί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Η καταστροφή είναι τεράστια, οι ~οί είναι αμείλικτοι (: αποδίδουν ρεαλιστικά το μέγεθός της). 4. ΓΡΑΜΜ. υποκατηγορία των κλιτών μερών του λόγου: ενικός/πληθυντικός ~. Το επίθετο συμφωνεί με το ουσιαστικό κατά/σε γένος, ~ό και πτώση. (στην αρχ. Ελληνική) Δυϊκός ~. 5. {μόνο στον πληθ., με κεφαλ. το Α} ένα από τα βιβλία της Πεντατεύχου. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίθετοι αριθμοί: ΜΑΘ. δύο αριθμοί με άθροισμα 0: Δύο ~ ~ έχουν ίσες απόλυτες τιμές., αριθμοί/κωδικοί Ε: δηλώνουν πρόσθετες ουσίες στα τρόφιμα: π.χ. Ε100-180: χρωστικές/Ε200-297: συντηρητικές/Ε300-321: αντιοξειδωτικές/Ε322-495: ομογενοποιητές, σταθεροποιητικές, πηκτικές/Ε500-585: βοηθητικές ουσίες επεξεργασίας/Ε620-640: ενισχυτικές της γεύσης/Ε900-948: παράγοντες που βελτιώνουν την εξωτερική όψη/Ε941-948: αέρια συσκευασίας/Ε950-967: γλυκαντικές/Ε999-1518: άλλες προσθετικές. [< γερμ. E-Nummern, 1981] , αριθμός κινητήρα: διάταξη γραμμάτων και ψηφίων που αναγράφονται στον κινητήρα οχήματος., αριθμός κυκλοφορίας: ανάγλυφα γράμματα και ψηφία στην πινακίδα οχήματος που καθορίζονται από το αρμόδιο υπουργείο. [< αγγλ. (vehicle) registration number, 1903] , αριθμός πλαισίου: διάταξη γραμμάτων και ψηφίων που φέρει κάθε όχημα στο αμάξωμά του και δηλώνεται στην άδεια κυκλοφορίας του., αριθμός προτεραιότητας: αυτός που δηλώνει τη σειρά εξυπηρέτησης ενός προσώπου σε τράπεζα ή υπηρεσία και συνεκδ. το χαρτί στο οποίο αναγράφεται: Θα τηρηθεί αυστηρά ο ~ ~. Παίρνω ~ό ~. Οι πολίτες εξυπηρετούνται με ~ό ~. Βλ. λίστα αναμονής. [< αγγλ. priority number] , αριθμός των χρωμοσωμάτων: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. συγκεκριμένο νούμερο χρωμοσωμάτων, χαρακτηριστικό για κάθε ζωικό ή φυτικό οργανισμό. [< αγγλ. chromosome number, 1910] , αύξων αριθμός (συντομ. α.α. κ. αύξ. αρ. ή αριθμ.): δείχνει σειρά σε αριθμητική κατάταξη: ~ ~ αίτησης/απόδειξης/δελτίου/εγγραφής/παραστατικού. Οι εγγραφές στο πρωτόκολλο αριθμούνται κατ' ~οντα ~ό. [< γερμ. steigende Zahl] , ειδικός εκλογικός αριθμός: διάταξη από δεκατρία ψηφία, που καθιερώθηκε για την εξασφάλιση της μίας και μοναδικής, για κάθε ψηφοφόρο, εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους., θεωρία (των) αριθμών: ΜΑΘ. κλάδος που έχει εμπλουτιστεί με σύγχρονες θεωρίες και μελετά τις ιδιότητες των αριθμών: αλγεβρική ~ ~. Κρυπτογραφία και ~ ~., πραγματικός αριθμός: ΜΑΘ. στοιχείο του συνόλου που περιλαμβάνει τους ακέραιους, τους δεκαδικούς, τους ρητούς και τους άρρητους αριθμούς. [< αγγλ. real number, περ. 1909] , τριψήφιος αριθμός/τριψήφιο νούμερο: για τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης: π.χ. 100, 166 (: το ΕΚΑΒ), 199 (: η Πυροσβεστική), 112 (: ο Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης)., χρυσός αριθμός 1. & (λόγ.) χρυσούς αριθμός: ΜΑΘ. ο αριθμός 1,618 περ. (σύμβ. φ): Στις αναλογίες του Παρθενώνα έχει χρησιμοποιηθεί ο ~ ~. Βλ. χρυσή τομή. 2. (μτφ.) κερδοφόρος λαχνός: ο ~ ~ του πρωτοχρονιάτικου λαχείου., ανάλογοι αριθμοί βλ. ανάλογος, αντίστροφοι αριθμοί βλ. αντίστροφος, αριθμός οκτανίου βλ. οκτάνιο, αριθμός οξείδωσης βλ. οξείδωση, αριθμός πρωτοκόλλου βλ. πρωτόκολλο, ατομικός αριθμός βλ. ατομικός, αφηρημένοι αριθμοί βλ. αφηρημένος, δεκαδικός (αριθμός) βλ. δεκαδικός, Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού βλ. λογαριασμός, κωδικός αριθμός βλ. κωδικός, μαγικός αριθμός βλ. μαγικός, μαζικός αριθμός βλ. μαζικός1, μικτός αριθμός βλ. μικτός, πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, πληθικός αριθμός βλ. πληθικός, ρητός αριθμός βλ. ρητός, σειριακός αριθμός/κωδικός βλ. σειριακός, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο, τριγωνομετρικοί αριθμοί βλ. τριγωνομετρικός, υπερβατικός αριθμός βλ. υπερβατικός, φυσικός αριθμός βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ο νόμος των μεγάλων αριθμών: ΣΤΑΤΙΣΤ. αρχή σύμφωνα με την οποία ένα ευρύτερο δείγμα είναι πιθανότερο να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του συνόλου απ' ό,τι ένα μικρότερο: ο ασθενής/ισχυρός ~ ~. Στα τυχερά παιχνίδια λειτουργεί ~ ~. Βλ. πιθανότητα. [< αγγλ. law of large numbers, 1937] , ο υπ' αριθμόν ... (λόγ.): που φέρει το νούμερο (που έπεται): Το ~ ~ ... βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών/... επιβατηγό αυτοκίνητο., ο υπ' αριθμόν ένα/δύο (λόγ.): ο πρώτος/δεύτερος σε σειρά, ομάδα, ιεράρχηση, λίστα: ~ ένα καταζητούμενος/κίνδυνος/στόχος. Το ~ ένα ζήτημα/πρόβλημα. ~ δύο στην ηγεσία. ~ ένα υποψήφιος (= ο επικρατέστερος). [< αγγλ. the number one/two] , σε αριθμό: ποσοτικά, σε πλήθος: Είναι τρίτος ~ ~ ψήφων., ων ουκ έστιν αριθμός: για πρόσωπα ή πράγματα αμέτρητα, ανυπολόγιστα, αναρίθμητα: Ήρθαν συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και άλλοι ~ ~. Και άλλα πολλά κακώς κείμενα, ~ ~, επεσήμανε στο άρθρο του. [< 1-3: αρχ. ἀριθμός, αγγλ. number, γαλλ. nombre, chiffre, numéro 4: μτγν. ἀριθμός]

διάμετρος

διάμετροςδι-ά-με-τρος ουσ. (θηλ.) {διαμέτρ-ου | -ων, -ους}: ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο τμήμα που περνά από το κέντρο ενός κύκλου ή μιας σφαίρας και ενώνει δύο σημεία της περιφέρειας του κύκλου ή της επιφάνειας της σφαίρας αντίστοιχα: ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενη διάμετρος: ΑΣΤΡΟΝ. γωνία παρατήρησης ουράνιου σώματος μέσω οπτικού συστήματος: Η ~ ~ του Ήλιου μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του έτους. [< γαλλ. diamètre apparent] ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος (λόγ.) & διαμετρικά αντίθετος: εντελώς αντίθετος, διαφορετικός: ~ ~οι: κόσμοι/χαρακτήρες. ~ ~ες: απόψεις/προσωπικότητες. ~ ~α: συμφέροντα. ΣΥΝ. αντιδιαμετρικός (1) [< γαλλ. diamétralement opposé] [< αρχ. διάμετρος]

περίπτωση

περίπτωσηπε-ρί-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. συμβάν, περίσταση: ακραία/απλή/δύσκολη/ειδική/ενδεικτική/εξαιρετική /μοναδική/ξεχωριστή/συνηθισμένη ~. ~ απώλειας/ατυχήματος/λάθους. Σε/στην ιδανική ~. Στη συγκεκριμένη ~. Σε ελάχιστες/λίγες/πολλές ~ώσεις τυχαίνει να ... Σε έκτακτες/επείγουσες ~ώσεις (= καταστάσεις), τηλεφωνήστε στο ...|| (ΙΑΤΡ.) Βαριά/ελαφριά/σπάνια ~ καρδιοπάθειας/λοίμωξης (= κρούσμα)/υπογλυκαιμίας. Πβ. περιστατικό. Βλ. υπο~. 2. ενδεχόμενο, πιθανότητα: Στην απίθανη ~ που προκύψει κάποιο ζήτημα ... Αν δεν τηρηθεί η συμφωνία, υπάρχει και η ~ να ... Τι θα συμβεί σε αυτήν την/σε μια τέτοια ~; Στην καλύτερη ~/των ~ώσεων θα αθωωθεί. 3. δείγμα, παράδειγμα: αντιπροσωπευτική/τυπική/χαρακτηριστική ~. Αποτελεί ενδιαφέρουσα/πρωτοφανή ~ ανθρώπου. Πρόκειται για καθαρή/κλασική ~ βλάβης/υποκρισίας. Βλ. -πτωση. ● Υποκ.: περιπτωσούλα (η) ● Μεγεθ.: περιπτωσάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ειδική/ιδιαίτερη περίπτωση: για κάποιον ή κάτι που ξεχωρίζει, ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, που έχει ιδιαιτερότητες ή πολλά προβλήματα: ~ ~ αθλητή/ανθρώπου/καλλιτέχνη. ~ ~ αποτελούν οι οικονομικοί μετανάστες., μελέτη περίπτωσης : μέθοδος έρευνας στην οποία χρησιμοποιούνται ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, προκειμένου να μελετηθεί διεξοδικά μια περίπτωση (π.χ. ένα άτομο, ένας θεσμός). [< αγγλ. case study, 1933] , επιβαρυντική περίσταση/περίπτωση βλ. επιβαρυντικός, κλινική περίπτωση βλ. κλινικός, χειρότερη/χειρίστη περίπτωση βλ. χειρότερος ● ΦΡ.: είναι περίπτωση! (αργκό) 1. (για πρόσ.) με σπάνια προσόντα ή ιδιόμορφη, αλλόκοτη συμπεριφορά: Ο τύπος ~ ~! 2. (για πράγμα) μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτη: Τέτοιο σπίτι ~ ~ (= κελεπούρι, προσφορά)!, εν πάση περιπτώσει: πάντως, όπως και να 'χει: ~ ~, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ... Tι θα έκανα για να λύσω ή, ~ ~, για να περιορίσω το πρόβλημα; Πβ. σε κάθε περίπτωση, τέλος πάντων. [< γαλλ. en tout cas] , εν τοιαύτη περιπτώσει (λόγ.): σε τέτοια περίπτωση, αφού είναι έτσι: ~ ~, συμφωνώ. Πβ. ούτως εχόντων των πραγμάτων. [< γαλλ. en tel cas] , κατά περίπτωση & ανά περίπτωση: ανάλογα με την περίπτωση: Αποφασίζουν/κρίνουν ~ ~ (πβ. μεμονωμένα). Βλ. ad hoc., πέσαμε στην περίπτωση (προφ.): αντιμετωπίζουμε ένα απίθανο ενδεχόμενο, μια εξαιρετικά σπάνια, συνήθ. αρνητική, κατάσταση., σε κάθε περίπτωση & σε οποιαδήποτε περίπτωση: όποια και αν είναι η κατάσταση, ό,τι και αν συμβεί: Οδηγίες για να γνωρίζετε τι θα κάνετε ~ ~. ~ ~ (= όπως κι αν/και να έρθουν τα πράγματα), πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι., σε καμία περίπτωση & (λόγ.) εν ουδεμιά περιπτώσει: για κανένα λόγο, ποτέ: ~ ~ δεν πρέπει να το μάθει. Δεν έχει ~ ~ ευθύνη. Πβ. με τίποτα.|| Εν ουδεμιά ~ τίθεται θέμα ακύρωσης. [< γαλλ. en aucun cas] , σε περίπτωση (που/όπου): αν συμβεί, αν τύχει: ~ ~ ασθένειας/κωλύματος ενός μέλους, ορίζεται αναπληρωτής. Τι πρέπει να κάνετε ~ ~ σεισμού. ~ ~ που δεν έρθει, θα ... Στην ~ όπου το ακίνητο ήταν μισθωμένο, τότε θα χρειαστεί ... [< γαλλ. en cas de] , σε/στην αντίθετη περίπτωση & σε διαφορετική περίπτωση & (λόγ.) εν εναντία περιπτώσει: διαφορετικά, ειδάλλως: Οι σπουδαστές πρέπει να έχουν γνώση υπολογιστών. ~ ~ θα πρέπει να παρακολουθήσουν το σεμινάριο. [< γαλλ. dans le cas contraire] , υπάρχει περίπτωση: υπάρχει ενδεχόμενο, πιθανότητα: ~ ~ να μην έρθει; (επιτατ.) Δεν ~ ~ να μη γίνει αποδεκτή η πρόταση (= αποκλείεται)., σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, στην (συντριπτική) πλειονότητα των περιπτώσεων βλ. πλειονότητα, στην προκειμένη (περίπτωση) βλ. προκείμενος [< μτγν. περίπτωσις ‘σύμπτωση, συνάντηση, εμπειρία’, γαλλ. cas]

φύλο

φύλο[φῦλο] φύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις δύο κατηγορίες, αρσενικό-θηλυκό, των ζωντανών οργανισμών και το σύνολο των χαρακτηριστικών που τις διακρίνουν με βάση τον αναπαραγωγικό τους ρόλο: το ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. χρωμόσωμα.|| Βιολογικό ~. Ο κοινωνικός ρόλος του ~ου. Στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα δύο ~α. Η ισότητα/μάχη των δύο ~ων. Βλ. έμφυλος.|| Διαταραχή ταυτότητας ~ου (: του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά). Βλ. δυαδικός. 2. ΑΝΘΡΩΠ. ομάδα ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά γνωρίσματα: αρχαία ελληνικά/ινδοευρωπαϊκά/νοµαδικά ~α. Πβ. φυλή. 3. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, ανάμεσα στην υπερκλάση και το υποφύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό φύλο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθένα από τα δύο φύλα σύμφωνα με τα συμπεριφορικά, ψυχολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που του αποδίδονται: διακρίσεις με βάση το ~ ~. Ιατρική του ~ού ~ου. Βλ. αρρενωπ-, θηλυκ-ότητα, φεμινισμός. [< αγγλ. gender, 1963] , το άλλο/αντίθετο φύλο: οι άντρες ή οι γυναίκες, αντίστοιχα: Η σχέση με το ~ ~., το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο: οι γυναίκες. [< γαλλ. le sexe faible, le beau/deuxième sexe] , το ισχυρό φύλο: οι άντρες. [< γαλλ. le sexe fort] , το τρίτο φύλο: οι ομοφυλόφιλοι. [< γαλλ. le troisième sexe] , αλλαγή φύλου βλ. αλλαγή [< αρχ. φῦλον ‘φυλή, λαός, γένος’, γαλλ. sexe]