Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιδάνειο [ἀντιδάνειο] α-ντι-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. λέξη που έχει εισαχθεί ως δάνειο σε μία ή περισσότερες γλώσσες και επιστρέφει στην αρχική, συνήθ. διαφοροποιημένη ως προς τη μορφή ή και τη σημασία: π.χ. μπουτίκ: αρχ. ἀποθήκη > λατ. apotheca, ιταλ. bottega > πρoβηγκιανό bοtica > γαλλ. boutique. Βλ. ελληνογενής ξένος όρος, μεταφραστικό δάνειο. [< γερμ. Rückwanderer]

ελληνογενής

ελληνογενής, ής, ές [ἑλληνογενής] ελ-λη-νο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει ελληνική προέλευση ή καταγωγή: ~ής: ξένος όρος (π.χ. μικρόβιο· βλ. αντιδάνειο)/πληθυσμός. Βλ. -γενής.