Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιισταμινικός , ή, ό [ἀντιισταμινικός] α-ντι-ι-στα-μι-νι-κός επίθ. & αντισταμινικός: ΦΑΡΜΑΚ. που ανταγωνίζεται και αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης. Βλ. αντιαλλεργικός. ● Ουσ.: αντιισταμινικό & αντισταμινικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: το αντίστοιχο φάρμακο: τοπικό ~. ~ά κατά της αλλεργικής ρινίτιδας. [< γαλλ. antihistaminique, 1939, αγγλ. antihistamine, 1933, antihistaminic, 1950]

αντιαλλεργικός

αντιαλλεργικός, ή, ό [ἀντιαλλεργικός] α-ντι-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: που ανακουφίζει, προστατεύει από αλλεργίες ή δεν τις προκαλεί: ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία. ~ό: εμβόλιο/κολλύριο.|| (ως ουσ.) Ειδικά ~ά (ενν. φάρμακα, χάπια). Βλ. αντιισταμινικός.|| ~ό: αποσμητικό/σαπούνι/ύφασμα. Στρώμα με υψηλή ~ή και αντιβακτηριδιακή προστασία. Πβ. υποαλλεργικός. [< αγγλ. antiallergic, γαλλ. antiallergique, περ. 1980]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.