Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιμονοπωλιακός , ή, ό [ἀντιμονοπωλιακός] α-ντι-μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αντιτίθεται στη δημιουργία και τη διεύρυνση των μονοπωλίων: ~ή: νομοθεσία. Αντιιμπεριαλιστικές-~ές δυνάμεις. Πβ. αντιτράστ. [< αγγλ. antitrust, γαλλ. ~, περ. 1950]