Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιπεριβαλλοντικός , ή, ό [ἀντιπεριβαλλοντικός] α-ντι-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: που οδηγεί στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος: ~ό και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία έργο. Πβ. αντιοικολογικός. ΑΝΤ. οικολογικός (2) [< αγγλ. antienvironmental, 1970, γαλλ. anti-environnemental]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.