Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιρευματικός , ή, ό [ἀντιρευματικός] α-ντι-ρευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αντιμετωπίζει, καταπολεμά τους ρευματισμούς: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες. ● Ουσ.: αντιρευματικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. Βλ. αναλγητικά, αντιπυρετικό. [< γαλλ. antirhumatismal, αγγλ. antirheumatic]