Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντισεισμικός , ή, ό [ἀντισεισμικός] α-ντι-σει-σμι-κός επίθ. 1. που προστατεύει από τις καταστροφικές συνέπειες των σεισμών: ~ός: έλεγχος/κανονισμός/σχεδιασμός (κατασκευών). ~ή: θωράκιση (κτιρίων)/(και στατική) μελέτη/μηχανική/προστασία/τεχνολογία. ~ά: (και αντιπλημμυρικά) έργα/μέτρα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που αντέχει στους σεισμούς: ~ός: ανελκυστήρας. ~ή: κατασκευή. ~οί: θώρακες. ~ά: σπίτια. [< γαλλ. antisismique, 1979, αγγλ. antiseismic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.