Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντιστοιχώ [ἀντιστοιχῶ] α-ντι-στοι-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντιστοιχ-είς ... | αντιστοίχ-ησα, -είται, -ήθηκε, αντιστοιχ-ώντας} 1. {στο γ' πρόσ. ενεστ.} έχω σχέση αντιστοιχίας, είμαι ισοδύναμος ή ανάλογος με κάτι ή κάποιον άλλο: Σε ένα κιλό ~ούν χίλια γραμμάρια. Σε τι ποσότητα ~εί μία κουταλιά ζάχαρη (πβ. ισοδυναμώ); Στο γράμμα "μ" του ελληνικού αλφάβητου ~εί το γράμμα "m" του λατινικού. Από τα κέρδη θέλω το μερίδιο που μου ~εί (= μου αναλογεί, δικαιούμαι). 2. (καταχρ.) αντιστοιχίζω, συνδέω, συσχετίζω: ~ήστε τους όρους της αριστερής στήλης με τις προτάσεις της δεξιάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Οι μεταβλητές ~ούνται από τον μεταγλωττιστή σε συγκεκριμένες θέσεις μνήμης. [< αρχ. ἀντιστοιχῶ, γαλλ. correspondre, αγγλ. correspond]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.