αντλία [ἀντλία] α-ντλί-α ουσ. (θηλ.) {αντλι-ών} : ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή κατάλληλη για άντληση: αναρροφητική (: λειτουργεί με την ατμοσφαιρική πίεση)/πυροσβεστική (: για εκτόξευση συνεχούς και ισχυρού ρεύματος νερού)/υδραυλική/χειροκίνητη (πβ. χειρ~) ~. ~ νερού (πβ. υδρ~). ~ αέρα (πβ. αερ~)/άρδευσης/έγχυσης (: σε κινητήρες εσωτερικής κάυσης)/καυσίμων/λαδιού/ψεκασμού. Υποβρύχιες/φυγοκεντρικές ~ες. Πβ. πομόνα, τρόμπα.|| ~ θηλασμού (= θήλαστρο).|| (ΒΙΟΛ.) ~ ιόντων (: πρωτεΐνη στην κυτταρική μεμβράνη)/νατρίου-καλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αντλία θερμότητας: θερμική μηχανή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση ή ψύξη χώρων με κατανάλωση έργου: ~ ~ αέρα. Ψύκτες νερού και ~ες ~., αντλία κενού: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή για απομάκρυνση αερίων από κλειστούς χώρους. [< γαλλ. pompe à vide] , περισταλτική αντλία βλ. περισταλτικός [< αρχ. ἀντλία ‘σεντίνα, αμπάρι’, γαλλ. pompe]
περισταλτικός
περισταλτικός, ή, ό πε-ρι-σταλ-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τον περισταλτισμό: ~ό: κύμα. ~ές: κινήσεις.2. (σπάν.) περιοριστικός, κατασταλτικός: ~ός: νόμος. ~ά: μέτρα. ● επίρρ.: περισταλτικά ● ΣΥΜΠΛ.: περισταλτική αντλία: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική αντλία στην οποία η πίεση προκαλείται από την κίνηση ενός σφιγκτήρα κατά μήκος ενός σωλήνα, κατά τρόπο που θυμίζει τον περισταλτισμό: ~ ~ για τον έλεγχο της πίεσης των ελαστικών. [< αγγλ. peristaltic pump, 1958] [< 1: γαλλ. péristaltique, αγγλ. peristaltic 2: μτγν. περισταλτικός]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.