αντλώ [ἀντλῶ] α-ντλώ ρ. (μτβ.) {αντλ-είς ... | άντλ-ησα, αντλ-ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. -ούμενος, -ηθέντα, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) παίρνω, αποκομίζω κάτι αναγκαίο, σημαντικό από κάπου: ~ αισιοδοξία/διδάγματα/ενέργεια/θεματολογία/ιδέες/κουράγιο/στοιχεία/συμπεράσματα. ~εί την έμπνευσή του από την παράδοση. Οι πληροφορίες της ιστοσελίδας έχουν ~ηθεί από αξιόπιστες πηγές.2. λαμβάνω υγρό με αντλία ή ανάλογο μέσο: ~ούμενη: ποσότητα (π.χ. πετρελαίου).|| Φυτά που ~ούν νερό από μεγάλο βάθος/θρεπτικά συστατικά από το χώμα (: με τις ρίζες τους). Πβ. βγάζω, εξάγω, τραβώ.3. ΟΙΚΟΝ. συγκεντρώνω κεφάλαια από μετόχους, τράπεζες και γενικότ. κεφαλαιαγορές, κυρ. για επενδυτικούς σκοπούς: ~ πόρους. ~ηθέντα: ποσά. Πβ. εξασφαλίζω, προσπορίζομαι. [< 1,2: αρχ. ἀντλῶ, γαλλ. puiser 3: αγγλ. raise]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.