Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αντλώ [ἀντλῶ] α-ντλώ ρ. (μτβ.) {αντλ-είς ... | άντλ-ησα, αντλ-ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. -ούμενος, -ηθέντα, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) παίρνω, αποκομίζω κάτι αναγκαίο, σημαντικό από κάπου: ~ αισιοδοξία/διδάγματα/ενέργεια/θεματολογία/ιδέες/κουράγιο/στοιχεία/συμπεράσματα. ~εί την έμπνευσή του από την παράδοση. Οι πληροφορίες της ιστοσελίδας έχουν ~ηθεί από αξιόπιστες πηγές. 2. λαμβάνω υγρό με αντλία ή ανάλογο μέσο: ~ούμενη: ποσότητα (π.χ. πετρελαίου).|| Φυτά που ~ούν νερό από μεγάλο βάθος/θρεπτικά συστατικά από το χώμα (: με τις ρίζες τους). Πβ. βγάζω, εξάγω, τραβώ. 3. ΟΙΚΟΝ. συγκεντρώνω κεφάλαια από μετόχους, τράπεζες και γενικότ. κεφαλαιαγορές, κυρ. για επενδυτικούς σκοπούς: ~ πόρους. ~ηθέντα: ποσά. Πβ. εξασφαλίζω, προσπορίζομαι. [< 1,2: αρχ. ἀντλῶ, γαλλ. puiser 3: αγγλ. raise]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.