Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ανώτατος , η, ο [ἀνώτατος] α-νώ-τα-τος επίθ. {(λόγ.) θηλ. -άτη} ΑΝΤ. κατώτατος 1. που βρίσκεται στην πιο υψηλή βαθμίδα, κατέχει ιεραρχικά την υψηλότερη θέση: ~η: αξία (= υπέρτατη, ύψιστη)/διάκριση/εκπαίδευση (: πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο· βλ. ανώτερη, μέση, πρωτοβάθμια)/εξουσία/σχολή. ~ο: (μισθολογικό) κλιμάκιο (= καταληκτικό). ~ο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΕΙ). Προαγωγή στον ~ο βαθμό.|| ~ος: αξιωματούχος/δικαστικός/λειτουργός. ~ο: όργανο/στέλεχος. Απέκτησε γνωριμίες στα ~α στρώματα της κοινωνίας.|| Το ~ο Ον (= ο Θεός). 2. που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο ποσοτικά, τοπικά ή ποιοτικά: ~ος: αριθμός (εισακτέων)/βαθμός (αξιολόγησης)/μισθός. ~η: σύνταξη/ταχύτητα (= μέγιστη)/τιμή/χρέωση. ~ο: επίπεδο (επικινδυνότητας)/όριο/ποσό/ποσοστό/ύψος.|| Τα ~α στρώματα του φλοιού της Γης.|| ~η: μόρφωση. Σπουδές ~άτου επιπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο βλ. δικαστήριο, Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού βλ. συμβούλιο, ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός [< αρχ. ἀνώτατος, γαλλ. suprême]

αξιωματικός

αξιωματικός[ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας) ή των Σωμάτων Ασφαλείας (Λιμενικού, Αστυνομίας και Πυροσβεστικής): απόστρατος/έφεδρος/ιπτάμενος ~. ~ Πυροβολικού/υπηρεσίας. ~ εν ενεργεία. Βλ. υπ~. 2. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) πιόνι που μπορεί να κινηθεί μόνο διαγωνίως, πάνω από τετράγωνα του ίδιου χρώματος. Πβ. τρελός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός: ΣΤΡΑΤ. που βρίσκεται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη αντίστοιχα βαθμίδα της ιεραρχίας. , δόκιμος αξιωματικός βλ. δόκιμος [< μτγν. ἀξιωματικός ‘αξιωματούχος’, γαλλ. officier]

δικαστήριο

δικαστήριοδι-κα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΝΟΜ. 1. (συχνά με κεφαλ. Δ) κρατικό όργανο απονομής δικαιοσύνης· περιληπτ. οι δικαστικοί λειτουργοί (δικαστές και εισαγγελείς) που δικάζουν μια υπόθεση και συνεκδ. το σχετικό κτίριο: αναθεωρητικό/αναιρετικό/αρμόδιο/αστικό/δευτεροβάθμιο/διοικητικό (: για διαφορές ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη)/εκκλησιαστικό/έκτακτο/μικτό/ομοσπονδιακό/ορκωτό/ποινικό/πολιτικό (: για ιδιωτικές διαφορές)/πρωτοβάθμιο/στρατιωτικό (πβ. στρατοδικείο)/τακτικό ~. ~ ανηλίκων. Γραμματέας/μέλη/πρόεδρος ~ου. Η υπόθεση έφτασε στα ~α.|| Το ~ άγεται στην κρίση/στο συμπέρασμα ότι ... Το ~ απαλλάσσει από τις κατηγορίες/καταδικάζει τον κατηγορούμενο. Το ~ απέρριψε/έκανε δεκτή την ένσταση. Το ~ αποσύρεται/αποφαίνεται/αποφασίζει/ασκεί τη δικαιοδοσία του/συνεδριάζει/συνέρχεται. Προς το σεβαστό ~ … Κατέθεσε/παρουσιάστηκε ενώπιον του ~ίου.|| (μτφ.) Το ~ της κοινής γνώμης/του κόσμου. Τηλεοπτικό ~ (= τηλεδικείο).|| Tα ~α (: συγκρότημα κτιρίων). Πβ. ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. Bλ. Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο, Συμβούλιο της Επικρατείας, -τήριο. 2. (συνεκδ.) δικαστική υπόθεση, δίκη: Κερδίζω/χάνω το ~. Το ~ αναβλήθηκε. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο: που εκδικάζει ενστάσεις κατά του κύρους των βουλευτικών εκλογών, κρίνει για την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, αίρει συγκρούσεις μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών Αρχών. [< γερμ. Oberster Sondergerichtshof] , Διαιτητικό Δικαστήριο: που ασκεί διαιτησία. [< γερμ. Schiedsgericht] , Διεθνές Δικαστήριο (της Χάγης): δικαστικό όργανο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών., δικαστήριο της ουσίας: που εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία., Οργανισμός Δικαστηρίων: οι (γραπτοί) κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν τα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων., Ακυρωτικό Δικαστήριο βλ. ακυρωτικός, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. ευρωπαϊκός, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο βλ. ευρωπαϊκός, λαϊκό δικαστήριο βλ. λαϊκός, Συνταγματικό Δικαστήριο βλ. συνταγματικός ● ΦΡ.: έχω δικαστήριο (προφ.): πρέπει να παραστώ σε δίκη (ως δικαστής, διάδικος, κατήγορος, συνήγορος)., οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια (προφ.): κάνω αγωγή ή μήνυση σε κάποιον. [< αρχ. δικαστήριον, γαλλ. tribunal]

συμβούλιο

συμβούλιοσυμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβουλί-ου | -ων} 1. εκλεγμένο ή διορισμένο όργανο με ορισμένη θητεία και συγκεκριμένες αρμοδιότητες: ακαδημαϊκό/γενικό/γνωμοδοτικό/διαμερισματικό/εκτελεστικό/επιστημονικό/εποπτικό/κοινοτικό/κυβερνητικό/πολεμικό/πολιτικό/πολυμελές/συντονιστικό/σχολικό/υπηρεσιακό ~. ~ επιμόρφωσης/εργαζομένων (βλ. συνδικάτο)/πιστοποίησης. Τοπικό ~ νεολαίας/νέων του δήμου ... (Δεκα)πενταμελή μαθητικά ~α. Ανώτατο Ναυτικό ~. ~ Απόδημου Ελληνισμού. Διεθνές ~ Μουσείων. Ελληνικό ~ για τους πρόσφυγες. Κεντρικό Αρχαιολογικό ~. ~ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (βλ. Ύπατη Αρμοστεία). ~ (του) Ιδρύματος. Πρόεδρος ~ου Διοίκησης. Οι αποφάσεις/η γραμματεία/η ίδρυση/τα μέλη/οι οδηγίες/το πόρισμα/ο πρόεδρος/σύγκληση/η σύσταση/το ψήφισμα ενός ~ου. Συμμετοχή σε ~. Το νοσοκομείο διοικείται από επταμελές διοικητικό ~. Το ~ συνεδριάζει μια φορά τον μήνα. Ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση του ~ου. Βλ. μυστικο~. 2. συγκέντρωση για εξέταση ενός θέματος και λήψη σχετικών αποφάσεων: αίθουσα/πρακτικά ~ου. Αύριο έχουμε/θα κάνουμε ~ (του) Τμήματος. Έγινε ~ (= συνέλευση) των καθηγητών. Μετά από έκτακτο οικογενειακό ~, αποφασίσαμε ... Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκάλεσε το άτυπο ~ των πολιτικών αρχηγών. Πβ. συνέδριο, σύσκεψη. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ακρ. ΑΣΕΠ): ανεξάρτητη Αρχή με αποκλειστικές αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι η επιλογή του μόνιμου προσωπικού του Δημόσιου Τομέα, ο έλεγχος της κατάταξης υπαλλήλων σε διάφορες θέσεις, η επισήμανση παραβιάσεων αναφορικά με τις προσλήψεις συμβασιούχων, η διεξαγωγή γραπτού διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς., Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (ακρ. ΕΣΕΤ): το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο διαμόρφωσης και χάραξης της εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την τεχνολογία., Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας (ακρ. ΕΣΥΝ): ανεξάρτητη μη κερδοσκοπική ομοσπονδία οργανώσεων νέων, κυρ. πολιτικών και κοινωνικών., Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής: το κύριο πολιτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συγκροτείται από τους πρωθυπουργούς ή τους αρχηγούς των κρατών-μελών της, τον πρόεδρό του και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και καθορίζει τις γενικές κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές και προτεραιότητές της: σύνοδος του ~ού ~ου. Το Εαρινό ~ Κορυφής. [< γαλλ. Conseil Européen, αγγλ. European Council & European Summit, 1976] , Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ακρ. ΠΣΕ): οικουμενική οργάνωση με σκοπό την προώθηση της χριστιανικής ενότητας., Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Συμβούλιο των Υπουργών: Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο υπουργικού επιπέδου από κάθε κράτος-μέλος, συνεδριάζοντας με διαφορετική σύνθεση ανάλογα με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, και η οποία ασκεί νομοθετική εξουσία από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [< αγγλ. Council of the European Union/Council of Ministers] , Συμβούλιο της Ευρώπης (ακρ. ΣτΕ): ανεξάρτητος διεθνής οργανισμός με έδρα το Στρασβούργο και κύριο ρόλο την ενίσχυση της δημοκρατίας, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της πολιτιστικής ταυτότητας και ποικιλομορφίας στα 47 κράτη-μέλη του. [< αγγλ. Council of Europe, γαλλ. Conseil de l' Europe, 1949] , Βορειοατλαντικό/Ατλαντικό Συμβούλιο βλ. βορειοατλαντικός, δημοτικό συμβούλιο βλ. δημοτικός, δικαστικό συμβούλιο βλ. δικαστικός, Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) βλ. ραδιοτηλεόραση, ιατρικό συμβούλιο βλ. ιατρικός, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, Πειθαρχικό Συμβούλιο βλ. πειθαρχικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, Πρυτανικό Συμβούλιο βλ. πρυτανικός, Συμβούλιο Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Συμβούλιο της Επικρατείας βλ. επικράτεια, υπηρεσιακό συμβούλιο βλ. υπηρεσιακός, υπουργικό συμβούλιο βλ. υπουργικός [< μτγν. συμβούλιον ‘σύσκεψη, συνεδρίαση’, γαλλ. conseil, αγγλ. council]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.