Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απαέρια [ἀπαέρια] α-πα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αέρια απόβλητα, παραπροϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας ή της καύσης μέσα σε κλειστό χώρο, τα οποία εκλύονται στην ατμόσφαιρα μέσω καπναγωγών: βιομηχανικά/θερμά ~. ~ διυλιστηρίου. Αερολύματα και ~. Καθαρισμός ~ίων. Πβ. καυσαέρια. ΣΥΝ. καπναέρια [< γερμ. Abgase]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.