απαίτηση [ἀπαίτηση] α-παί-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίτημα που προβάλλεται με έντονο, επίμονο τρόπο: εξωφρενική/καθολική/λαϊκή/λογική/παράλογη/πιεστική/σαφής/υπερβολική ~. ~ήσεις του εργοδότη/καταναλωτή/πελάτη/πολίτη/προϊσταμένου. Kατά γενική ~. Κατόπιν ~ης. Αποδέχομαι/ικανοποιώ/σέβομαι τις ~ήσεις (κάποιου). Είχε την ~ να την περιμένω! Η αφίσα αποσύρθηκε μετά από ~ του ίδιου του καλλιτέχνη. Δεν είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ κάθε σου ~! Έχει πολλές ~ήσεις. Δεν έχει ~ήσεις (: είναι ολιγαρκής). Μην έχεις ~ήσεις από μένα (= προσδοκίες). Προσαρμόζομαι στις ~ήσεις (= ανάγκες) των καιρών. (ειρων.) Έχει και/όλο ~ήσεις! Πβ. αξίωση, διεκδίκηση. Βλ. αντ~. 2. ΝΟΜ. το δικαίωμα διεκδίκησης ή εκπλήρωσης παροχής: ασφαλιζόμενη/ένδικη/ενοχική/ενυπόθηκη/χρηματική ~. ~ του Δημοσίου/εταιρείας/ποσού. ~ από αδικοπραξία. Είσπραξη/εκχώρηση/εξόφληση/επιδίκαση ~ης. Εγείρει ~ήσεις. ● απαιτήσεις (οι): καθετί απαραίτητο για κάτι, προϋποθέσεις: αυξημένες/ελάχιστες/στοιχειώδεις/σύγχρονες/τεχνολογικές/υψηλές ~. ~ ασφαλείας/εξοπλισμού/μαθήματος. Πληροί τις ~. Οι ~ για την έκδοση άδειας είναι (οι εξής) …|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/συστήματος. [< αγγλ. requirements] ● ΣΥΜΠΛ.: επισφαλής απαίτηση: ΟΙΚΟΝ. χρέος που δεν είναι πιθανό να αποπληρωθεί: απώλειες/ζηµίες από ~είς ~ήσεις. Απόσβεση/διαγραφή ~ών ~ήσεων. [< γαλλ. créance douteuse] ● ΦΡ.: (υψηλών) απαιτήσεων/με απαιτήσεις: που χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα ή στόχους, που απαιτεί πολλά προσόντα ή υψηλή απόδοση: επάγγελμα/κοινό ~ ~ (= απαιτητικό). Ανάδοχος έργων υψηλών ~ και προδιαγραφών (πβ. αξιώσεων, επιπέδου). [< 1: αρχ. ἀπαίτησις, γαλλ. exigence 2: γερμ. (An)forderung]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.