Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απαξιώνω [ἀπαξιώνω] α-πα-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {απαξίω-σε, -θηκε, -μένος, απαξιών-οντας} (λόγ.): υποβαθμίζω την αξία κυρ. προσώπου ή θεσμού: ~ει τους πάντες και τα πάντα. ~ουν τις προσπάθειές μας. ~σε να του απαντήσει. Πτυχίο που έχει ~θεί. Φορείς ~μένοι στα μάτια/στη συνείδηση των πολιτών. Κοινωνικά αποκλεισμένοι και ~μένοι. Πβ. ευτελίζω, υποτιμώ. ● Παθ.: απαξιώνεται: ΟΙΚΟΝ. (για πάγιο, περιουσιακό στοιχείο) χάνει την αξία του λόγω φυσιολογικής φθοράς, παλαιότητας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.