απευθύνω [ἀπευθύνω] α-πευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {απεύθυ-να (λόγ. απηύθυνα), απευθύν-ει, απευθύ-νθηκα, απευθυ-νθεί, (λόγ.) -νθείς, -νθείσα, απευθυν-όμενος, -οντας} (επίσ.): (για προφ. ή γραπτό λόγο) ως απολεξικοποιημένο κυρ. ρήμα· ειδικότ. αποστέλλω: ~ έκκληση (= καλώ σε βοήθεια)/ερώτηση (= ρωτώ)/κατηγορίες (= κατηγορώ)/πρόταση (= προτείνω)/σύσταση (= συνιστώ)/υπόδειξη (= υποδεικνύω)/χαιρετισμό (= χαιρετίζω). Ο πρωθυπουργός ~νε διάγγελμα στον ελληνικό λαό. ~ τον λόγο (: μιλώ σε κάποιον, του δίνω τον λόγο).|| ~ αίτηση/έγγραφο/επιστολή/μήνυμα/πρόσκληση. Tο υπουργείο απηύθυνε εγκύκλιο προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Πβ. στέλνω. ● Παθ.: απευθύνομαι1. στρέφομαι σε κάποιον, αποτείνομαι: ~ στον συνομιλητή μου. ~ στο αστυνομικό τμήμα/στη γραμματεία/στο δικαστήριο (πβ. προσφεύγω). Σε ποιον υπάλληλο θα πρέπει να ~νθώ; Η επιστολή/ερώτηση ~εται στην υπουργό. Η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας δεύτερο πρόσωπο, ~εται άμεσα στον αναγνώστη. Για περισσότερες πληροφορίες ~νθείτε ... ~όμενος στο ακροατήριο είπε: ...2. (μτφ.) αναφέρομαι σε: Το πρόγραμμα ~εται (= αφορά το) στο ευρύ κοινό. Το βιβλίο ~εται σε παιδιά σχολικής ηλικίας.|| ~ στην ανθρωπιά/στη λογική/στο συναίσθημα (κάποιου). Πβ. αγγίζω. [< αρχ. ἀπευθύνω, ‘ισιώνω, διευθύνω, διορθώνω’, γαλλ. (s΄)adresser]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.