Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • απηλιώτης [ἀπηλιώτης] α-πη-λιώ-της ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ανατολικός άνεμος. Βλ. ζέφυρος, μαΐστρος, σιρόκος. ΣΥΝ. λεβάντες [< αρχ. ἀπηλιώτης]

ζέφυρος

ζέφυροςζέ-φυ-ρος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. δυτικός άνεμος. Πβ. πουνέντες. Βλ. γαρμπής. [< αρχ. ζέφυρος]