Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • απλίκα [ἀπλίκα] α-πλί-κα ουσ. (θηλ.): φωτιστικό στερεωμένο σε τοίχο: ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου. ~ από αλουμίνιο/κρύσταλλο. Βλ. αμπαζούρ, πλαφονιέρα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες οροφής. [< γαλλ. applique]
  • απλικατέρ [ἀπλικατέρ] α-πλι-κα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία ή εξάρτημα με το οποίο απλώνεται ρευστή συνήθ. καλλυντική ουσία: πινέλο ~. Βαφή με ~.|| Μπουκάλι με ~ (: εξάρτημα εφαρμογής). [< γαλλ. applicateur]

αμπαζούρ

αμπαζούρ[ἀμπαζούρ] α-μπα-ζούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: προστατευτικό ή διακοσμητικό κάλυμμα λάμπας που περιορίζει και κατευθύνει το φως κυρ. προς τα κάτω· κατ' επέκτ. ολόκληρο το φωτιστικό. Πβ. επιτραπέζια λάμπα, καπέλο, πορτατίφ. [< γαλλ. abat-jour]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.