Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απλικατέρ [ἀπλικατέρ] α-πλι-κα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία ή εξάρτημα με το οποίο απλώνεται ρευστή συνήθ. καλλυντική ουσία: πινέλο ~. Βαφή με ~.|| Μπουκάλι με ~ (: εξάρτημα εφαρμογής). [< γαλλ. applicateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.