Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • απλουστευτικός , ή, ό [ἁπλουστευτικός] α-πλου-στευ-τι-κός επίθ.: που παρουσιάζει ένα περίπλοκο θέμα με επιφανειακό τρόπο ή σπανιότ. που καθιστά κάτι πιο απλό: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: ανάλυση/απάντηση/εικόνα/θεώρηση/λογική/προσέγγιση. ~ό: επιχείρημα. ~ές: γενικεύσεις/ερμηνείες. ~ά: παραδείγματα/συμπεράσματα. Εξαιρετικά ~οί και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Πβ. σχηματικός, υπερ~.|| ~ές: διαδικασίες. Πβ. απλοποιητικός. ● επίρρ.: απλουστευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. simplificateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.