Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποβολή [ἀποβολή] α-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. απομάκρυνση ατόμου από ομάδα ή χώρο για πειθαρχικούς λόγους, διώξιμο: ομαδική/οριστική/προσωρινή/ωριαία ~ από το μάθημα/την τάξη. ~ από το σχολείο (: διακοπή φοίτησης). Της έδωσε ~. Πήρε/(νεαν. αργκό) έφαγε (τρεις μέρες) ~. Οι ταραξίες τιμωρήθηκαν με πενθήμερη ~.|| (ΑΘΛ.) ~ από τον αγώνα.|| ~ μελών από τον σύλλογο. Η Γενική Συνέλευση επιβάλλει ~ και διαγραφή. Πβ. αποπομπή.|| (ΝΟΜ.) Διοικητική ~ καταπατητών από δημοτική έκταση. ~ από νομή (ακινήτου). 2. ΙΑΤΡ. ακούσια διακοπή της κύησης και απώλεια του εμβρύου: ατελής (ΑΝΤ. πλήρης)/αυτόματη/επαπειλούμενη/πρώιμη ~. Καθ' έξιν ~ές (= συνεχόμενες). ~ στον τρίτο μήνα. Κίνδυνος ~ής. Είχε ~. Βλ. έκτρωση. 3. (μτφ.-για πρόσ.) εξάλειψη κακής συνήθειας ή αρνητικού χαρακτηριστικού, συνήθ. με συνειδητή προσπάθεια: ~ του άγχους (πβ. απαλλαγή)/της ντροπής/του φόβου (πβ. καταπολέμηση). 4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση φωνήεντος ή συμφώνου κατά την εκφορά του λόγου (π.χ. γράψ’ το αντί γράψε το): ~ φθόγγου. Βλ. αποκοπή, αφαίρεση. [< αρχ. ἀποβολή 1: γαλλ. expulsion 2: μεσν. αποβολή, γαλλ. avortement]

αποκοπή

αποκοπή[ἀποκοπή] α-πο-κο-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση, αφαίρεση τμήματος από το σώμα στο οποίο ανήκει: ~ δαχτύλου/μέλους. Μαρασμός και ~ φύλλων. Φωτογραφικό χαρτί με άκρο ~ής. Πβ. κοπή, κόψιμο.|| (ΜΑΘ.) ~ δεκαδικών ψηφίων. Σφάλμα ~ής (: γίνεται όταν μια πιο σύνθετη μαθηματική έκφραση αντικαθίσταται από μία απλούστερη). Βλ. στρογγυλοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., εντολή απόσπασης επιλεγμένου τμήματος από την αρχική του θέση:) ~ αρχείου/κειμένου/στηλών. Κάνω (κλικ στο κουμπί) "~". Πβ. κατ. Βλ. αντι-, δια-γραφή, επικόλληση. 2. διακοπή, σταμάτημα· απομάκρυνση, απομόνωση: ~ της επικοινωνίας (περιοχών)/της κυκλοφορίας.|| (Βίαιη/πλήρης) ~ του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον. ~ από την κοινωνία/την παράδοση/το παρελθόν/την πραγματικότητα/τις ρίζες.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ φορτίου (βλ. διακοπή ρεύματος). Φίλτρα ~ής (θορύβου/συχνοτήτων). 3. ΟΙΚΟΝ. αφαίρεση, περικοπή: (για μετοχές) ~ δικαιώματος (: παύει να ισχύει)/μερίσματος. Υποχρεωτικές/χρηματικές ~ές (π.χ. από τον μισθό για ασφαλιστικό ταμείο, αποζημίωση, αποπληρωμή δανείου· πβ. παρακράτηση). 4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση του τελικού φωνήεντος μίας λέξης πριν από το αρχικό σύμφωνο της επόμενης: Η πρόθεση "από" παθαίνει ~ (απ' το). Βλ. αφαίρεση, έκθλιψη. ● ΦΡ.: κατ' αποκοπή(ν): με προσδιορισμό εκ των προτέρων της αμοιβής για ένα έργο ή της τιμής για μια ποσότητα αγαθών: ~ ~ τίμημα. Εργασία/πληρωμή ~ ~. Καταβολή ~ ~ ποσού ΦΠΑ. Μηνιαία, περιοδική ή ~ ~ αποζημίωση.|| (μτφ.) Παίρνω κάτι ~ ~ (: ασχολούμαι αποκλειστικά μαζί του). [< αρχ. ἀποκοπή, αγγλ. cut 4: μτγν. ἀποκοπή]

έκτρωση

έκτρωση[ἔκτρωση] έ-κτρω-ση ουσ. (θηλ.): τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης με επέμβαση ή άλλο μέσο, συνήθ. φαρμακευτικό: παράνομες ~ώσεις. Πολέμιοι των ~ώσεων. Έκανε ~ (= έριξε το παιδί). ΣΥΝ. άμβλωση ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη έκτρωση: ΙΑΤΡ. αποβολή. [< αρχ. ἔκτρωσις ‘αποβολή εμβρύου’, γαλλ. avortement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.