αποβολή [ἀποβολή] α-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. απομάκρυνση ατόμου από ομάδα ή χώρο για πειθαρχικούς λόγους, διώξιμο: ομαδική/οριστική/προσωρινή/ωριαία ~ από το μάθημα/την τάξη. ~ από το σχολείο (: διακοπή φοίτησης). Της έδωσε ~. Πήρε/(νεαν. αργκό) έφαγε (τρεις μέρες) ~. Οι ταραξίες τιμωρήθηκαν με πενθήμερη ~.|| (ΑΘΛ.) ~ από τον αγώνα.|| ~ μελών από τον σύλλογο. Η Γενική Συνέλευση επιβάλλει ~ και διαγραφή. Πβ. αποπομπή.|| (ΝΟΜ.) Διοικητική ~ καταπατητών από δημοτική έκταση. ~ από νομή (ακινήτου).2. ΙΑΤΡ. ακούσια διακοπή της κύησης και απώλεια του εμβρύου: ατελής (ΑΝΤ. πλήρης)/αυτόματη/επαπειλούμενη/πρώιμη ~. Καθ' έξιν ~ές (= συνεχόμενες). ~ στον τρίτο μήνα. Κίνδυνος ~ής. Είχε ~. Βλ. έκτρωση.3. (μτφ.-για πρόσ.) εξάλειψη κακής συνήθειας ή αρνητικού χαρακτηριστικού, συνήθ. με συνειδητή προσπάθεια: ~ του άγχους (πβ. απαλλαγή)/της ντροπής/του φόβου (πβ. καταπολέμηση).4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση φωνήεντος ή συμφώνου κατά την εκφορά του λόγου (π.χ. γράψ’ το αντί γράψε το): ~ φθόγγου. Βλ. αποκοπή, αφαίρεση. [< αρχ. ἀποβολή 1: γαλλ. expulsion 2: μεσν. αποβολή, γαλλ. avortement]
αποκοπή
αποκοπή[ἀποκοπή] α-πο-κο-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση, αφαίρεση τμήματος από το σώμα στο οποίο ανήκει: ~ δαχτύλου/μέλους. Μαρασμός και ~ φύλλων. Φωτογραφικό χαρτί με άκρο ~ής. Πβ. κοπή, κόψιμο.|| (ΜΑΘ.) ~ δεκαδικών ψηφίων. Σφάλμα ~ής (: γίνεται όταν μια πιο σύνθετη μαθηματική έκφραση αντικαθίσταται από μία απλούστερη). Βλ. στρογγυλοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., εντολή απόσπασης επιλεγμένου τμήματος από την αρχική του θέση:) ~ αρχείου/κειμένου/στηλών. Κάνω (κλικ στο κουμπί) "~". Πβ. κατ. Βλ. αντι-, δια-γραφή, επικόλληση.2. διακοπή, σταμάτημα· απομάκρυνση, απομόνωση: ~ της επικοινωνίας (περιοχών)/της κυκλοφορίας.|| (Βίαιη/πλήρης) ~ του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον. ~ από την κοινωνία/την παράδοση/το παρελθόν/την πραγματικότητα/τις ρίζες.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ φορτίου (βλ. διακοπή ρεύματος). Φίλτρα ~ής (θορύβου/συχνοτήτων).3. ΟΙΚΟΝ. αφαίρεση, περικοπή: (για μετοχές) ~ δικαιώματος (: παύει να ισχύει)/μερίσματος. Υποχρεωτικές/χρηματικές ~ές (π.χ. από τον μισθό για ασφαλιστικό ταμείο, αποζημίωση, αποπληρωμή δανείου· πβ. παρακράτηση).4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση του τελικού φωνήεντος μίας λέξης πριν από το αρχικό σύμφωνο της επόμενης: Η πρόθεση "από" παθαίνει ~ (απ' το). Βλ. αφαίρεση, έκθλιψη. ● ΦΡ.: κατ' αποκοπή(ν): με προσδιορισμό εκ των προτέρων της αμοιβής για ένα έργο ή της τιμής για μια ποσότητα αγαθών: ~ ~ τίμημα. Εργασία/πληρωμή ~ ~. Καταβολή ~ ~ ποσού ΦΠΑ. Μηνιαία, περιοδική ή ~ ~ αποζημίωση.|| (μτφ.) Παίρνω κάτι ~ ~ (: ασχολούμαι αποκλειστικά μαζί του). [< αρχ. ἀποκοπή, αγγλ. cut 4: μτγν. ἀποκοπή]
έκτρωση
έκτρωση[ἔκτρωση] έ-κτρω-ση ουσ. (θηλ.): τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης με επέμβαση ή άλλο μέσο, συνήθ. φαρμακευτικό: παράνομες ~ώσεις. Πολέμιοι των ~ώσεων. Έκανε ~ (= έριξε το παιδί). ΣΥΝ. άμβλωση ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη έκτρωση: ΙΑΤΡ. αποβολή. [< αρχ. ἔκτρωσις ‘αποβολή εμβρύου’, γαλλ. avortement]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.