αναμενόμενος, η, ο [ἀναμενόμενος] α-να-με-νό-με-νος επίθ.: (για κάτι) που αναμένει ή ανέμενε κάποιος να συμβεί, που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του: ~ος: αριθμός (επισκεπτών). ~η: αλλαγή/αντίδραση/απάντηση/αύξηση/επιτυχία/συμπεριφορά. ~α: έσοδα. Μη ~ες εξελίξεις (= αναπάντεχες, απρόσμενες). Προσπάθεια που δεν είχε τα ~α (= επιθυμητά) αποτελέσματα. Το θέμα στις εξετάσεις ήταν ~ο (πβ. ΣΟΣ).|| (απρόσ.) Όπως ήταν ~ο. Είναι ~ο να/ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή ● ΦΡ.: δεν αποδίδει τα αναμενόμενα: δεν επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα· (για πρόσ., συνήθ. αθλητή) η επίδοσή του δεν είναι η αναμενόμενη: Τα μέτρα δεν απέδωσαν ~.|| Ο περσινός παγκόσμιος πρωταθλητής δεν απέδωσε ~ και περιορίστηκε στην τρίτη θέση. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναμένω, αγγλ. expected]
ανταποδίδω[ἀνταποδίδω] α-ντα-πο-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανταπέδω-σα, ανταποδώ-σει, ανταποδό-θηκε, ανταποδίδ-οντας} & (σπάν.-προφ.) ανταποδίνω: ενεργώ ή συμπεριφέρομαι ανάλογα με τη συμπεριφορά της οποίας γίνομαι αποδέκτης: ~ (σε κάποιον) την επίσκεψη/τις ευχές (πβ. αντεύχομαι)/τα πυρά/τον χαιρετισμό (ΣΥΝ. αντιχαιρετώ)/το χτύπημα. Σ' ευχαριστώ και ~. ~ει με το ίδιο νόμισμα (= τα ίσα). ~σε το κακό/το καλό/την τιμή που της έκαναν. ~σε την αγάπη/εμπιστοσύνη που της έδειξε. Η φιλοφρόνηση ~θηκε άμεσα. Πβ. (ξε)πληρώνω. ● ΦΡ.: ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα & τα όμοια (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε, συνήθ. κάτι κακό. Πβ. αντεκδικούμαι, πατσίζω. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα [< αρχ. ἀνταποδίδωμι, μεσν. ανταποδίνω]
καίσαραςκαί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ]
καρπόςκαρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ