Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποδίδω [ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους.αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω]

αναμενόμενος

αναμενόμενος, η, ο [ἀναμενόμενος] α-να-με-νό-με-νος επίθ.: (για κάτι) που αναμένει ή ανέμενε κάποιος να συμβεί, που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του: ~ος: αριθμός (επισκεπτών). ~η: αλλαγή/αντίδραση/απάντηση/αύξηση/επιτυχία/συμπεριφορά. ~α: έσοδα. Μη ~ες εξελίξεις (= αναπάντεχες, απρόσμενες). Προσπάθεια που δεν είχε τα ~α (= επιθυμητά) αποτελέσματα. Το θέμα στις εξετάσεις ήταν ~ο (πβ. ΣΟΣ).|| (απρόσ.) Όπως ήταν ~ο. Είναι ~ο να/ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή ● ΦΡ.: δεν αποδίδει τα αναμενόμενα: δεν επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα· (για πρόσ., συνήθ. αθλητή) η επίδοσή του δεν είναι η αναμενόμενη: Τα μέτρα δεν απέδωσαν ~.|| Ο περσινός παγκόσμιος πρωταθλητής δεν απέδωσε ~ και περιορίστηκε στην τρίτη θέση. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναμένω, αγγλ. expected]

ανταποδίδω

ανταποδίδω[ἀνταποδίδω] α-ντα-πο-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανταπέδω-σα, ανταποδώ-σει, ανταποδό-θηκε, ανταποδίδ-οντας} & (σπάν.-προφ.) ανταποδίνω: ενεργώ ή συμπεριφέρομαι ανάλογα με τη συμπεριφορά της οποίας γίνομαι αποδέκτης: ~ (σε κάποιον) την επίσκεψη/τις ευχές (πβ. αντεύχομαι)/τα πυρά/τον χαιρετισμό (ΣΥΝ. αντιχαιρετώ)/το χτύπημα. Σ' ευχαριστώ και ~. ~ει με το ίδιο νόμισμα (= τα ίσα). ~σε το κακό/το καλό/την τιμή που της έκαναν. ~σε την αγάπη/εμπιστοσύνη που της έδειξε. Η φιλοφρόνηση ~θηκε άμεσα. Πβ. (ξε)πληρώνω. ● ΦΡ.: ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα & τα όμοια (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε, συνήθ. κάτι κακό. Πβ. αντεκδικούμαι, πατσίζω. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα [< αρχ. ἀνταποδίδωμι, μεσν. ανταποδίνω]

καίσαρας

καίσαραςκαί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ]

καρπός

καρπόςκαρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.