Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποδοχή [ἀποδοχή] α-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενέργεια με την οποία δέχεται ή εγκρίνει κάποιος κάτι: ~ των αιτημάτων/της αίτησης/διορισμού/δωρεάς/πρόσκλησης/προσφοράς (ΑΝΤ. απόκρουση)/χρηματικού ποσού. Δήλωση ~ής όρων (συμμετοχής, βλ. αποδεκτότητα). ~ ενός προϊόντος (από τους καταναλωτές). ~ άνευ όρων … (Παθητική/στωική) ~ της κατάστασης/της μοίρας/της πραγματικότητας. Μερική/ολική/πλήρης/ρητή/σιωπηρή ~ της απόφασης (πβ. ενστερνισμός, υιοθέτηση). Έμμεση ~ του γεγονότος/των ευθυνών (ΑΝΤ. αποποίηση). Θεωρία που δεν βρήκε/είχε ~/δεν έτυχε ~ής (πβ. ανταπόκριση, απήχηση).|| Προϋποθέσεις ~ής (υποψήφιου) σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) 2. αναγνώριση, παραδοχή: γενική/διεθνής ~. ~ της διαφορετικότητας των άλλων/του εαυτού μας όπως είναι. Άτομο ευρείας/κοινής/μεγάλης/μειωμένης/πλήρους ~ής. Τυγχάνει (απόλυτης) ~ής από το κοινό/τον κόσμο. Αναζητά την ~ των άλλων. Πβ. επιδοκιμασία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδοχή κληρονομιάς & (λόγ.) κληρονομίας: ΝΟΜ. δικαιοπραξία με την οποία γίνεται δεκτή κληρονομιά από κληρονόμο. ● ΦΡ.: αποδοχή προϊόντων εγκλήματος: ΝΟΜ. το ποινικό αδίκημα της αγοράς ή/και κατοχής πραγμάτων που προέρχονται από εγκληματική δράση. ΣΥΝ. κλεπταποδοχή [< μτγν. ἀποδοχή, γαλλ. acceptation, adhésion