Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αποεπένδυση [ἀποεπένδυση] α-πο-ε-πέν-δυ-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατανάλωση, ρευστοποίηση ή μείωση κεφαλαίου που έχει επενδυθεί: μερική/πλήρης/συνεχής ~. Μέθοδοι (: εξαγορές, χρηματιστήριο)/στρατηγική/χρόνος ~ης. ~ της εταιρείας από μη κερδοφόρες συμμετοχές. [< γαλλ. désinvestissement]