αποικία [ἀποικία] α-ποι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.-συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) χώρα που καταλαμβάνεται από άλλη ισχυρότερη και ελέγχεται από αυτή οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά: Οι πρώην ~ες της Αγγλίας/Γαλλίας. Ο αγώνας των ~ών για ανεξαρτησία. Πβ. κτήση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η χώρα δεν θα μεταβληθεί σε ~ των ξένων δυνάμεων. Πβ. προτεκτοράτο.2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πόλη-κράτος που ίδρυε η μητρόπολη σε ζωτικής, συνήθ. εμπορικής, σημασίας περιοχές: δωρικές/ιωνικές ~ες. Οι ελληνικές ~ες στη Μ. Ασία. Βλ. κληρουχία, παροικία.3. το σύνολο των ζώων ή μικροοργανισμών του ίδιου είδους που διαβιούν μαζί σε συγκεκριμένο περιβάλλον: (ΟΙΚΟΛ.) ~ ερωδιών/κοραλλιών/μελισσών/μυρμηγκιών.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ες. ~ες βακτηρίων/κυττάρων/μυκήτων. [< αρχ. ἀποικία, γαλλ. colonie]
αποικιακός , ή, ό [ἀποικιακός] α-ποι-κι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αποικία: ~ός: ζυγός. ~ή: διοίκηση/εξάπλωση (= αποικισμός)/κυριαρχία. ~ό: κράτος. ~οί: πόλεμοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. Βλ. αντι~, μητροπολιτικός.2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που δημιουργεί καθεστώς εξάρτησης και ελέγχου από ισχυρότερη χώρα: Ρύθμιση/συνθήκη/σχέσεις ~ού τύπου/χαρακτήρα. Συμφωνία με ~ούς όρους. ● Ουσ.: αποικιακά (τα) (παρωχ.): (ενν. είδη, προϊόντα) που εισάγονται από τις αποικίες (καφές, κακάο, τσάι, μπαχαρικά): (παλαιότ. σε ταμπέλες παντοπωλείων:) Εδώδιμα ~. Βλ. εξωτικός. [< γαλλ. colonial]
εξωτικός
εξωτικός, ή, ό [ἐξωτικός] ε-ξω-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) ξωτικός (θετ. συνυποδ.) 1. που σχετίζεται με, βρίσκεται σε ή προέρχεται από μακρινές περιοχές, συνήθ. τροπικές: ~ός: παράδεισος. ~ή: κουζίνα/παραλία. ~οί: προορισμοί. ~ά: νησιά/πουλιά/φρούτα/φυτά.2. (μτφ.) ασυνήθιστος: κοπέλα με ~ή ομορφιά (= σπάνια). ΑΝΤ. κοινός, συνηθισμένος. [< μτγν. ἐξωτικός 'εξωτερικός', γαλλ. exotique, αγγλ. exotic]
κληρουχία
κληρουχίακλη-ρου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των ναυτών που υπηρετούν τη θητεία τους στο Πολεμικό Ναυτικό και ανήκουν στην ίδια σειρά. 2. ΑΡΧ. διανομή κλήρων στους Αθηναίους που εγκαθίσταντο ως φρουρά σε συμμαχικές ή υποτελείς πόλεις-κράτη. Βλ. αποικία. [< 2: αρχ. κληρουχία]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.