Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποικιοκράτης [ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.