Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αποκατάσταση [ἀποκατάσταση] α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. επαναφορά σε λειτουργία· επισκευή, επιδιόρθωση: άμεση/επείγουσα/σταδιακή/ταχεία ~. ~ της βλάβης/της επικοινωνίας/της κυκλοφορίας/του προβλήματος (πβ. αντιμετώπιση, επίλυση)/της σύνδεσης. Δαπάνες/έργα/κόστος ~ης των ζημιών.|| (συνήθ. για χώρο, κτίσμα, έργο τέχνης) Αρχιτεκτονική/περιβαλλοντική/τεχνική ~ (πβ. ανακατασκευή, αναμόρφωση, ανάπλαση). ~ δρόμου/υγρότοπου/χωματερών. ~ εικόνας (πβ. συντήρηση)/μνημείου/Μονής (πβ. αναπαλαίωση, αναστήλωση). Βλ. βιο~. 2. επαναφορά στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (ΙΑΤΡ.) καρδιο-αναπνευστική/κινητική/μυϊκή/μυοσκελετική/νευρολογική/ουρολογική/φυσική/ψυχιατρική/ψυχική ~. ~ κακώσεων/παθήσεων. Φυσική ιατρική και ~. Πλήρης ~ της υγείας. ~ μαθησιακών δυσκολιών. ~ αναπήρων. Χειρουργική ~ μαστού (με ενθέματα σιλικόνης). Πβ. θεραπεία.|| (συνεκδ.) Αισθητικές/οδοντικές (π.χ. γέφυρες, στεφάνες)/πλαστικές ~άσεις.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ του κειμένου/χειρογράφου (ενν. στην πιθανολογούμενη πρώτη μορφή).|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κύρους/της μνήμης (των αγωνιστών)/της τάξης/της φήμης (κάποιου). ~ στην εξουσία (= επάνοδος). Ζητά την ~ του ονόματός/της τιμής του. 3. (μτφ.) υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: ηθική/στεγαστική ~. ~ των περιουσιών. ~ των θυμάτων της καταστροφής (πβ. αποζημίωση). ~ των ακτημόνων/σεισμόπληκτων.|| Εργασιακή ~ συμβασιούχων. Δυνατότητες/προοπτικές επαγγελματικής ~ης. Πβ. τακτοποίηση.|| ~ της κόρης του (= γάμος, παντρειά). [< 1, 2: αρχ. ἀποκατάστασις, γαλλ. restauration, rétablissement, rehabilitation 2: αγγλ. rehabilitation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.