αποκατάσταση [ἀποκατάσταση] α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. επαναφορά σε λειτουργία· επισκευή, επιδιόρθωση: άμεση/επείγουσα/σταδιακή/ταχεία ~. ~ της βλάβης/της επικοινωνίας/της κυκλοφορίας/του προβλήματος (πβ. αντιμετώπιση, επίλυση)/της σύνδεσης. Δαπάνες/έργα/κόστος ~ης των ζημιών.|| (συνήθ. για χώρο, κτίσμα, έργο τέχνης) Αρχιτεκτονική/περιβαλλοντική/τεχνική ~ (πβ. ανακατασκευή, αναμόρφωση, ανάπλαση). ~ δρόμου/υγρότοπου/χωματερών. ~ εικόνας (πβ. συντήρηση)/μνημείου/Μονής (πβ. αναπαλαίωση, αναστήλωση). Βλ. βιο~.2. επαναφορά στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (ΙΑΤΡ.) καρδιο-αναπνευστική/κινητική/μυϊκή/μυοσκελετική/νευρολογική/ουρολογική/φυσική/ψυχιατρική/ψυχική ~. ~ κακώσεων/παθήσεων. Φυσική ιατρική και ~. Πλήρης ~ της υγείας. ~ μαθησιακών δυσκολιών. ~ αναπήρων. Χειρουργική ~ μαστού (με ενθέματα σιλικόνης). Πβ. θεραπεία.|| (συνεκδ.) Αισθητικές/οδοντικές (π.χ. γέφυρες, στεφάνες)/πλαστικές ~άσεις.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ του κειμένου/χειρογράφου (ενν. στην πιθανολογούμενη πρώτη μορφή).|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κύρους/της μνήμης (των αγωνιστών)/της τάξης/της φήμης (κάποιου). ~ στην εξουσία (= επάνοδος). Ζητά την ~ του ονόματός/της τιμής του.3. (μτφ.) υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: ηθική/στεγαστική ~. ~ των περιουσιών. ~ των θυμάτων της καταστροφής (πβ. αποζημίωση). ~ των ακτημόνων/σεισμόπληκτων.|| Εργασιακή ~ συμβασιούχων. Δυνατότητες/προοπτικές επαγγελματικής ~ης. Πβ. τακτοποίηση.|| ~ της κόρης του (= γάμος, παντρειά). [< 1, 2: αρχ. ἀποκατάστασις, γαλλ. restauration, rétablissement, rehabilitation 2: αγγλ. rehabilitation]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.