Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • απολογούμαι [ἀπολογοῦμαι] α-πο-λο-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απολογ-είσαι ... | απολογ-ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. (επίσ.) υπερασπίζω τον εαυτό μου, αποκρούω κατηγορίες που μου αποδίδονται: Ο κατηγορούμενος ~ήθηκε στον/ενώπιον του ανακριτή. Πήρε προθεσμία για να ~ηθεί. ~ούμενος ο ... είπε/υποστήριξε ότι ... 2. δίνω εξηγήσεις, λογοδοτώ: ~ για τα λάθη/τις πράξεις μου. Δεν υπάρχει λόγος να ~είσαι. Πβ. δικαιολογούμαι.|| (καταχρ., κυρ. στην Κύπρο ως αγγλισμός) ζητώ συγγνώμη. [< 1: αρχ. ἀπολογοῦμαι, αγγλ. apologize]